THALASSA


Μια νύχτα του Αυγούστου,ο Μανος(ο Μπεκρής όπως τον αποκαλούσαν) ξαναμμένος από το μεθύσι του ανέβηκε ψηλά στη πετρα της Ηρώς(όπως και αυτήν οι χωρικοί την ονόμασαν).....Κοιτώντας τα astra να βυθίζονται μακριά του μες το πέλαγος,ένοιωθε σαν σε φυλακή πάνω σε τούτο το ξέρo νησί.Σαν πετρα λες που φύτρωσε ξαφνικά καταμεσής της θαλάσσης και μεγάλωσε τόσο που γίνε το stereo αυτό κομμάτι γης που κάθεται πάνω του κι εκείνος....Κοντεύει τα πενήντα πια,πρέπει,γιατί θα χε κορίτσι της παντρειάς τώρα μα του το πήρε η ριμάδα η θάλασσα...Είχε χάσει και τη γυναικα του,τη Δανάη,χρονια πολλά πριν,όταν η αρρώστια θέρισε το νησί κι έτσι χαροκαμένος ανεβαίνει εκεί ψηλά και κάθεται τις νύχτες τραγουδώντας"Συ θάλασσα που με έθρεψες και άντρα με έχεις κάνει,μια μέρα που "εθυμωσες" κακό έφερες φιρμάνι,την κόρη την Ηρώ που έλουζε ο ήλιος,τη ζήλεψες από τη γη,στα βάθη πια την έχεις και μοναχος σαν το θεριό,να τυραννιέμαι απ το theo,τις νύχτες που σε βλέπω,να ξέρω η κόρη είναι μακριά,μες το vathu σκοτάδι και όλη τη χάρη που έλαμπε,εσύ την έχεις πάρει!".....Κάποιοι τον έχουν δει να πετα πέτρες στη θάλασσα,τόσο μεγάλες που και ο ίδιος δυσκολεύεται πολύ να τις σηκώσει,ίσως να νοιώθει πως έτσι την τιμωρεί,ποιος ξέρει!Χρονια έχει να φύγει από το νησί,δε του πάει η καρδια να περάσει μες από τη θάλασσα,μέχρι και το καΐκι του παράτησε και στο λιμάνι όλο φασαρίες έχει με τους άλλους ψαράδες γιατί λέει πως κάθε μέρα που τα καΐκια σκίζουν τα νερά εκείνη πόνο νοιώθει και φεύγει όλο και πιο μακρυά μέσα στο μαύρο το βυθό!....Εκεί λοιπόν τούτη τη νύχτα,ψηλά στο ακρωτήρι έχει συντροφια το ποτό κι ένα αναμμένο τσιγάρο,μια κόκκινη πινελιά στο ολόμαυρο του κόσμου του.Αυτές τις στιγμές φέρνει ο dόλιος στο νου τη γυναικα και τη κόρη του,τα maura μακριά μαλλιά και τα καστανα της ματια,ποσο έμοιαζε στη μάνα της!....Την χρονια που την έχασε η Ηρώ ήταν μικρό παιδί ακόμα,κι όλα αυτός τα ανέλαβε,με αυτόν μεγάλωσε,ταξιδεύοντας μαζί του στο καΐκι.Κι όταν η αρρώστια χτύπησε πάλι το νησί,έβλεπε τις κοπέλες στις κηδείες νεκροστολισμένες και θυμόταν τη γυναικα του,έτρεμε μη πάθει τίποτα το μονάκριβο παιδί που χε μεγαλώσει με τόσες θυσίες!....Και την έχασε ξαφνικά και άδικα μια μέρα που η Ηρώ ανέβηκε στη πετρα να μαζέψει λουλούδια,έφτιαχνε στεφανια με αυτά και τα δίνε στο πατέρα και στους γειτόνους της!Γλιστρhσε και χάθηκε!"Το κορίτσι μου αγαπούσε πολύ τα λούλουδα" έλεγε "Τώρα μακάρι να έχει ένα κήπο γεμάτο κάθε λογής λουλούδι!" Δε τις ξέχασε ποτε,δε κατάφερε να συνεχίσει τη ζωή του,τα θυμάται όλα και τον τρώει ο καημός....Μονο τις νύχτες λίγο ηρεμεί,εδώ πάνω,στη πετρα της Ηρώς,με τα αστερια διάσπαρτα στον ουρανό και το τραγούδι του ανέμου.Ποτίζει το ταλαιπωρημένο του κορμί με καπνό και μέθη,όμως δε σβήνει εύκολα ο πόνος!Σήμερα ειδικά είναι αβάσταχτος,τέτοια μέρα ήταν που έχασε τη κόρη του,της είχε υποσχεθεί να ανεβούν να μαζέψουνε λουλούδια άμα θα τελειωναν το βάψιμο της βάρκας.Ξεκίνησαν με γέλια και χαρες όμως σε αυτό το σημείο έχασε το φως του!.....Κοιτάζει από ψηλά κάτω την ακτή,ακούει τα κύματα που χτυπούν στα βράχια και του σφίγγεται η καρδια.Εκεί ξεψύχησε το παιδί του,πέφτοντας σα λουλούδι κι η θάλασσα την πήρε μακριά του αφήνοντας μια πικρή ανάμνηση και δάκρυα στα ματια....Το ολόγιομο φεγγάρι καθρεφτίζεται πάνω στο νερό,ο φάρος στην απέναντι μεριά του νησιού σκίζει τον ουρανό με τις φωτεινές δέσμες του.Ξάφνου παρατηρεί μια δυνατή λάμψη μέσα στα κύματα,δυσκολεύεται να δει,μπορεί να τον γελούν τα κουρασμένα ματια του.Όμως ξανακοίτα και πια είναι σίγουρος πως βλέπει ένα περίεργο λαμπύρισμα διπλα σχεδόν στα βράχια!"Τέτοια ώρα μονο κακά φέρνει,κάποιος άμοιρος χρειάζεται βοήθεια" σκέφτεται.Αρχίζει να τρέχει προς τα κάτω για να περάσει από το μονοπάτι των ψαράδων μέχρι να βγει στο σημείο που είδε το παράξενο φως στο νερό....Φτάνοντας εξουθενωμένος κοίτα τριγύρω όμως τώρα πια δε φαίνεται τίποτα,πουθενά!Σκύβει το κεφάλι και γονατίζει,αναρωτιέται μήπως χάνει τα λογικά του,μπορεί να φταίει και το ρημάδι το ποτό,μπορεί να είδε κάτι άλλο,θυμάται τους ψαράδες να λένε ιστορίες για τα νερά που γινόταν ξαφνικά σα το χρυσαφι!!!....Απελπισμένος σηκώνει τα ματια μα βλέπει μπρός του μια εικόνα που χε ικετέψει τη Παναγια όλα αυτά τα χρονια για να ξαναδεί,η Ηρώ ξεπροβάλλει μέσα στο νερό μονο που τα μακριά μαλλιά της και τα ματια αστράφτουν σα φλόγες στο σκοτάδι!!!Παγωμένος,δε μπορεί να αρθρώσει μίλια,την κοίτα λες και θέλει να χορτάσει το βλέμμα του για πάντα!"Δε μπορεί να sai εσύ" της λέει,"Μα πως;"....."Δε το ξερες πατέρα;εσύ δε φώναζες στα καΐκια να μην ταράζουν τα νερά;" του απαντα με ένα μυστήριο χαμόγελο."Να μην φοβάσαι,τώρα το σπίτι μου είναι στο βυθό,μαζί με τα κοχύλια,μαζί με τα χρυσάνθεμα της θάλασσας και τα μαργαριτάρια!Να προσεχεις πάνω στην απότομη πλαγια πατέρα" του λέει και βουτά βαθιά και χάνεται!.....Ο Μανος έμεινε σαστισμένος!δε μπορεί να το πιστέψει,νοιώθει πως ζει ένα όνειρο!Κοίτα ξανά και ξανά,δεν υπάρχει τίποτα!"Αλίμονο,με γEλα το κεφάλι μου" συλλογιέται!!!!......Μονος του,στην άκρη στα βράχια,mesa sth vouvh nuxta kai th zalh tou......Me ta kaikia aragmena sto limani.......kai tis gorgones eleutheres na fwtizoun sta kumata!!!!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου