Θέατρο Μαγικό,Μόνο για τους Λίγους,Μόνο για τους Τρελούς.


Η αυλαία ανοίγει και στη σκηνή ένας μπαμπουίνος με φράκο υποδέχεται το πλήθος κάνοντας υποκλίσεις.
Τα φώτα χαμηλώνουν και πάνω στα σανίδια περπατούν αργά χορευτές που παραμιλούν,δεν υπάρχει ρυθμός,ο καθένας κάνει ότι θέλει,κάποιος σκοντάφτει και πέφτει,σηκώνεται ξανά και συνεχίζει να περπατά παραμιλώντας με βλέμμα χαμένο,στο πιάνο οι νότες παίζουν Erik Satie,η σκηνή γεμίζει με περιστέρια που πετούν πέρα δώθε,ένας κλόουν στέκεται μπροστά σε έναν καθρέφτη και βάφεται με έντονο μακιγιάζ,ο καθρέφτης της Απόγνωσης δακρύζει και θολώνει,μια γυναίκα βγαίνει κι απαγγέλει Σαίξπηρ σε μια δική της,άγνωστη γλώσσα,ανάμεσα στους θεατές κυκλοφορούν ύποπτα άτομα με φακούς και σφυρίχτρες που συνθέτουν με αλλόκοτο τρόπο τα δικά τους ηχητικά εφέ,ξαφνικά η μουσική σταματά,απόλυτη ησυχία,ο μπαμπουίνος εμφανίζεται στη σκηνή,ακίνητος,κοιτά το πλήθος ανέκφραστος,ένα βιολί ξεκινά να παίζει σπαραχτικές μελωδίες,μια οθόνη αναβοσβήνει κι έπειτα εμφανίζονται ξαπλωμένα γυμνά μπροστά σε παράθυρα με θέα την άνοιξη,τρένα του Υπερσιβηρικού που χάνονται μέσα στις στέπες,αερόστατα που αράζουν πάνω στα σύννεφα,ένα παιδάκι διαβάζει Ρεμπώ,στη σκηνή βρέχει,στους θεατές μοιράζεται χαρτοπόλεμος,ένας ηλικιωμένος φορώντας παντόφλες και ρόμπα ύπνου γυρνάει μια κοντή μανιβέλα και η σκηνή ανοίγει διάπλατα,απο πίσω βρίσκονται τα καμαρίνια,οι ηθοποιοί και οι τεχνικοί κοιτούν έκπληκτοι το σαστισμένο πλήθος,η Κικί εμφανίζεται ημίγυμνη πάνω σε μια καρέκλα,ευχαριστεί τους θεατές για την υπέροχη βραδιά,η αυλαία πέφτει,ο μπαμπουίνος πίνει κρασί με τους αρλεκίνους λίγο πιο πέρα,απ τα ηχεία ακούγεται απαλά Μπάχ..

Θέατρο Μαγικό κυρίες και κύριοι.
Μόνο για τους Λίγους.
Μόνο για τους Τρελούς.
Το μοναδικό Υπερθέατρο που υπηρετεί την Πέρατέχνη,την πραγματική,εμπνευσμένη τέχνη πέρα απ τα σύνορα της κάθε ανόητης Τέχνης.
Θέατρο Μαγικό.
Κάθε νύχτα ταυτόχρονα σε όλες τις γειτονιές του κόσμου,είσοδος δωρεάν,έξοδος αμφίβολη,φαντασία και καλή διάθεση απαραίτητες,στο τέλος ανοιχτή συνομιλία με όλα τα μέλη,διατίθεται και ξεχωριστή αίθουσα για τα αχαλίνωτα διονυσιακά όργια και τις λοιπές κολασμένες ερωτικές τελετουργίες.

Dis Engineering Project.Φάση 2,Χαμένοι στον πλανήτη Γή.


Το πλήθος διαλύθηκε μετά απο έντονη χρήση χημικών.
Ο Αντρέας δούλευε οδηγός στα τρένα,αυλώνα-αθήνα κάθε μέρα,χρόνια πάλευε για τα βαρέα.
Ήταν μαζί τους κι ένα κοριτσάκι που γυρνούσε τον γαλαξία με ωτοστόπ πουλώντας σπίρτα,πέθανε μια μέρα γιατί έτσι το θέλησε η μοίρα κι ο συγγραφέας ενός άσημου βιβλίου,ο οποίος μετά το θάνατό της έβγαλε πολλά λεφτά κι έγινε διάσημος.
Εμείς δε ξέραμε τίποτα για όλα αυτά,θέλαμε να κάνουμε Κρόκ και την ύστατη στιγμή να δραπετεύσουμε στο διάστημα.
Κανείς δεν αποκάλυψε την αλήθεια,εκεί ανάμεσα στα χημικά,το κοριτσάκι είχε αφήσει ένα μικρό σπιρτόκουτο που μέσα του κρυβόταν τρομαγμένη η πεμπτουσία του Κρόκ,η μόνη συμπαντική δύναμη που γεννούσε τα μυστικά χρώματα της Πέρατέχνης.
Εδώ στη γή δεν είχε καμιά ελπίδα..
Οι πολύχρωμοι άνθρωποι τότε ήταν ακόμα μέσα στα κουκούλια,τα ΜΑΤ πέρασαν απο την Πατησίων αλλά δε πρόσεξαν τις ασημένιες πεταλούδες πάνω στα λουλούδια,ούτε την αγκράφα του Αντρέα,ούτε το μαύρο δαχτυλίδι της Σοφίας που έλαμπε σαν άστρο νετρονίων μέσα στο σαστισμένο πλήθος..
Εμείς δε ξέραμε τίποτα για όλα αυτά,θέλαμε να κάνουμε Κρόκ και την ύστατη στιγμή να δραπετεύσουμε στο διάστημα..



Διηγήσεις χωρίς πυξίδα ενός Συμπαντικού Αντάρτη.
Οδυσσέας Παράδοξος σε τηλεπαθητική σύνδεση με τον Σαλόκιν Σόμισα.
Υπεύθυνος επαναφοράς υποκειμένου σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω υπνωτιστής.
Νύχτα,στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Επειδή ήταν όμορφη..


Γνώρισα ένα μυθιστόρημα μέσα σε ένα ημιφωτισμένο ατελιέ,εμένα μου έμοιαζε με την Άννα Καρένινα του Τολστόι,είμαι η Γαλάζια Ζωή μου είπε και κάθισε μπροστά σε ένα παλιό καθρέφτη τοίχου..
Θέλω να σε ζωγραφίσω της είπα..
Χαμογέλασε πονηρά κι έμεινε εκεί,ακίνητη για ώρες..
Στο τέλος κοίταξε μες τον καμβά κι ανάμεσα στα πράσινα λιβάδια αντίκρυσε ένα μικρό σπιτάκι στην εξοχή..
Πάμε;μου είπε..
Πάμε Άννα της είπα..

Τέρμα η Τέχνη!
Ως εδώ ήταν!
Δε θέλουμε άλλο Λαζόπουλο και Χαρούλα!
Τα μάτια κουράστηκαν πιά,τα αυτιά βαρέθηκαν,οι αισθήσεις όλων παραμένουν περιορισμένες όσο ποτέ άλλοτε!
Οδηγηθήκαμε σε πνευματικό cul de sac!
Ήρθε ο καιρός να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα!
Συλλάβαμε την ιδέα της Μετατέχνης,την αναλύσαμε διεξοδικά,την κατανοήσαμε και εντέλει την καταργήσαμε και την πετάξαμε στα σκουπίδια!
Θα πειραματιστούμε με ένα νέο είδος τέχνης που προέκυψε απο το πουθενά κατά τη διάρκεια μιας αποτυχημένης ύπνωσης και θα τελειοποιηθεί μέσα σε σοφιστικέ,υπερσύγχρονα ψυχιατρεία.
Μέχρι να μας καταλάβει ξανά η Έμπνευση προτείνουμε τον όρο Πέρατέχνη και σε αυτήν και μόνο αυτήν θα αφιερώσουμε όλο τον ανούσιο θνητό μας χρόνο.
Κάτω η Τέχνη και τα κατεστημένα της Μετριοπάθειας!
Ζήτω η Πέρατέχνη!


Απόσπασμα απο το Μανιφέστο του Κρόκ.
Υπογράφουν οι:
Σαλόκιν Σόμισα.
Οδυσσέας Παράδοξος και μερικοί παρολίγον νομπελίστες πεινασμένοι ποιητές.
Sphinx the Blinded moth.
Ντάμης ο σκληρός.
The Spiderman.
Κύρος Γρανάζης.
Captain Gost.
Μαύρος Πητ.
Θέατρο Μαγικό,μόνο για τους λίγους,μόνο για τους τρελούς.
Αλ Κάιντα.
Μίς Βερολίνο.
Αδελφότητα των Κακών Μεταλλαγμένων.
Το Πράγμα.

Τοποθεσία:Τρελούτσικο καμπαρέ της γειτονιάς.
Ημερομηνία:Ανύποπτος χρόνος.

WHISPERS OF AN ORGASM.


Your tongue is a treasure for me..
licking my lips with pleasure..
soul, mind and body,all devoted to you..
My legs are wide open,wet dreams all over me..
Go deeper,deeper inside my ecstasy!
Oh now I'm coming alive!
You are mine and i am yours..
both inside the flame..
seeking eternity in a moment..
loving each other eternally..

Somewhere over the rainbow..


Κάτω απ την πανσέληνο,στα μονοπάτια των σκιών,η νύχτα αλλάζει μορφές..
Μικροί ανεμοστρόβιλοι σχηματίζονται στα έρημα σοκάκια,μπορείς να τους ακολουθήσεις σε μυστικές διαδρομές μέσα στη πόλη,ένα μαγικό τσίρκο εμφανίζεται μες απ τη σκόνη και φέρνει μαζί του ήχους αλλοκοσμικούς,αλλόκοτες εικόνες,η πραγματικότητα ακροβατεί στο κενό..
Στέκομαι δίπλα απ το παράθυρο,συντροφιά με τα δεντράκια μπονζάι κι ακούω στο γραμμόφωνο τη θλιμμένη φωνή μιάς άσημης τραγουδίστριας,ένα τραγούδι απο μια εποχή που λίγοι τη θυμούνται ακόμα,απέναντι μου η φωτογραφία του Τζερόνιμο,του μεγάλου αρχηγού των Απάτσι,ο γέρο Ινδιάνος με τα μεγάλα μάτια κοιτά με ανέκφραστο βλέμμα,ξεφτισμένος και γκρίζος σαν το χαρτί.
Μεγάλοι ήρωες δεν υπάρχουν πιά,κανείς δε διηγείται ιστορίες,οι παππούληδες παραμυθάδες έχουν όλοι πεθάνει.
Κάποτε υπήρχε ένα μικρό δωμάτιο στο οποίο ο Ιούλιος Βέρν,καθισμένος στο γραφειάκι του,έγραφε στο ημίφως τα βιβλία του,κάποτε υπήρχε ένα παράθυρο απ το οποίο ο Λάβκραφτ ατένιζε τη θέα μιας σιωπηλής εξοχής,κάπου μακριά σε μια γειτονιά της Αργεντινής υπήρχε ένας κήπος στον οποίο ταξίδευε τυφλός πια ο Μπόρχες και κάπου στην Πρέβεζα,σε ένα παλιό σπίτι,υπήρχε ένας καθρέφτης στον οποίο κοιτάχτηκε για τελευταία φορά ένας δημόσιος υπάλληλος,μια νύχτα πρίν οπλίσει το πιστόλι..
Πού ταξιδεύουν τώρα όλες εκείνες οι παράξενες εμπνεύσεις των ποιητών,τα μεγαλεπίβολα σχέδια και οι τολμηροί πόθοι των συγγραφέων,τώρα που τα πνεύματα αυτά έχουν φύγει για πάντα;
Κι εδώ πίσω,ποιός συνεχίζει το έργο τους;
Αναρωτιέμαι,αν οι ψυχές των ενάρετων ανθρώπων που ζούνε μια συνετή και ήρεμη ζωή πηγαίνουν στον παράδεισο,τότε που οδηγούνται οι ψυχές των ανυπότακτων και ασυμβίβαστων επαναστατών,των καταραμένων ποιητών,των αδικοχαμένων ονειροπόλων που δε πιστεύουν σε δόγματα και θρησκείες και τοποθετούν πάνω απ΄όλα τον άνθρωπο,που βυθίζονται στην άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής για να περιγράψουν το απερίγραπτο,που φεύγουν μακριά απορρίπτωντας την ασφάλεια μιας μέτριας ζωής για να αναζητήσουν θαύματα,να εξυψωθούν,να μεταβάλουν την πραγματικότητα,να αλλάξουν γενικά τον κόσμο;

Ζώ ακόμη μέσα στα βιβλία,ταξιδεύω απο σελίδα σε σελίδα μαζί με τους αγαπημένους μου συγγραφείς,κατοικούμε όλοι μαζί στον κόσμο των σκέψεων και της Φαντασίας,οι άνθρωποι μπορούν να φανταστούν τα πάντα και τί κρίμα που δε το κάνουν..
Χώρες μέσα στα βιβλία,χώρες στα σύννεφα,πολιτείες ολόκληρες που αστράφτουν,τα πλοία του Ροβήρου του Κατακτητή διασχίζουν τον ουρανό,περιπέτειες και πόθοι προς άγνωστη κατεύθυνση..
Οι διηγήσεις ενός ονειρευτή του Λόρδου Ντάνσανυ,το Βιβλίο των Θαυμάτων και το Όμορφο Παράθυρο,ο Άνθρωπος που ήταν Πέμπτη του Chesterton,ο Dr.Fu Manchu με τα χίλια πρόσωπα,ο αόρατος Ορλά του Γκύ ντε Μωπασάν,ιστορίες που προεκτείνουν την πραγματικότητα,σύμπαντα παράλληλα που κατοικούνται από βάρδους,εξερευνητές,ονειροπόλους,μυστηριώδεις οντότητες,όλα απλωμένα πάνω στα αμέτρητα ράφια μιας Φανταστικής βιβλιοθήκης.
Ακούω ξανά και ξανά σε παλιές κασέτες τις φωνές σπουδαίων ανθρώπων του παρελθόντος,τα λόγια τους φλογερά,γεμάτα πάθος μα και πόνο,αγωνία,οδύνη.
Πνεύματα που χαθήκαν μες το σκοτάδι των αιώνων,ζωντανεύουν ξανά καθώς τα μηνύματά τους αντηχούν στον χωροχρόνο,οι μπομπίνες γυρνούν ασταμάτητα,κραυγές και παραμιλητά μαγνητίζουν την ατμόσφαιρα,τα φαντάσματά τους σου ψιθυρίζουν μυστικά,σε παρασύρουν μακριά,στα βάθη αλλόκοτων μικρόκοσμων..
Η φωνή του Raymond Chandler αφηγείται τις εμπνευσμένες βόλτες του με ένα μικρό αμαξάκι στις ακτές του Ειρηνικού όπου διάβαζε ολομόναχος το αγαπημένο του περιοδικό,το Black Mask,στο κοιμητήριο του Mount Hope,στο San Diego της California πάνω στην πλάκα που κοσμεί τον τάφο του είναι γραμμένη μια δική του φράση :''Dead men are heavier than broken hearts''..
Ο Έρνεστ Χέμινγουει περιγράφει με πάθος τα ταξίδια του στους πράσινους λόφους της Αφρικής,τις περιπέτειές του με τους κεφαλοκυνηγούς,τα μεγάλα θηράματα,την αξία μιας παγωμένης μπίρας στη μέση της καυτής σαβάνας και την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος.
Μέσα απ τα παράσιτα ακούγεται η ψυχεδελική φωνή του Hugo Ball,εκστασιασμένος απαγγέλει τους ασυνάρτητους ντανταιστικούς στίχους του Gadji Beri Bimba στέλνοντας έτσι με τρόπο έναν δούρειο ίππο στα ανύποπτα πλήθη.
Ο ιδιοφυής Robert Anton Wilson συνομιλεί με ένα χρυσό μήλο κι αναρωτιέται "Who is the Master who makes the grass green?"
Ιστορίες δημιουργικής τρέλας,καλλιτεχνικής αφοσίωσης κι ακραίας φιλοσοφίας,ιδέες ατίθασες,ατέρμονες φαντασιώσεις και παράτολμες λογοτεχνικές απόπειρες,το εκρηκτικό ταμπεραμέντο,η ανακάλυψη των κρυφών αποχρώσεων της ψυχής,οι επικές πνευματικές αναζητήσεις,οι τραγικοί στίχοι γραμμένοι σε τραγικότατα ξεσπάσματα απελπισίας αλλά κι εκείνα τα ελπιδοφόρα τραγούδια που έχουν κάτι απ την καρδιά που τα ακούς μια φορά κι έπειτα τα ψιθυρίζεις μόνος στον άνεμο,στον αγέρωχο άνεμο που παρασέρνει φύλλα,ζωές και αιώνες μαζί..

΄΄Somewhere over the rainbow
Way up high
There's a land that I heard of
Once in a lullaby

Somewhere over the rainbow
Skies are blue
And the dreams that you dare to dream
Really do come true΄΄

΄΄Τα όνειρα που τολμάς να ονειρευτείς΄΄ τραγουδά μια τρεμάμενη φωνή,από το άπειρο σε σένα,άραγε τολμάς;

Μέσα απο τις παραπάνω σκέψεις αρχίζει να διαφαίνεται κάτι πολύ σημαντικό.
Πιστεύω ακράδαντα πως το μεγαλύτερο μυστικό του κόσμου είναι στην ουσία ολοφάνερο κι απλώνεται παντού ολόγυρά μας κι απορώ πραγματικά με το γεγονός ότι οι περισσότεροι άνθρωποι είτε δε το βλέπουν,είτε απλώς προσποιούνται πως δε το βλέπουν,δηλαδή ακόμη κι αν αυτό είναι παντού,παρόλαυτα,αυτοί θεωρούν πως δε τους αφορά!
Κυρίες και κύριοι,ο κόσμος δεν είναι μόνο αυτό που φαίνεται,δεν είναι μόνο αυτό που ξέρετε,δεν είναι μόνο αυτό που σας διδάξαν!
Είναι κι άλλα πολλά απίθανα,ακατονόμαστα φαινόμενα τα οποία περικλείουν άπειρους κόσμους!
Καλούμαστε όλοι μας να ανακαλύψουμε τις πύλες και τις εξόδους αυτού του απέραντου κοσμικού δικτύου,να καταφέρουμε να το χαρτογραφήσουμε και να εξερευνήσουμε κάθε γωνιά του,να σπάσουμε το μονοπώλιο της Πραγματικότητας και να ξεχυθούμε στο άγνωστο,ακολουθώντας τα μονοπάτια που έχουν καρδιά,δηλαδή εκείνα που έχουν ορίζοντες ανοιχτούς για το πνεύμα για να μπορέσει να δικαιώσει τον ανώτερο εαυτό του,να ξεναγηθούμε στις κοσμικές γειτονιές του απείρου και γιατί όχι να γίνουμε και οι ίδιοι ξεναγοί για τους επόμενους που θα έρθουν,να τους καταδείξουμε τις διαδρομές,τα σταυροδρόμια,τα καταφύγια και τις εξόδους κινδύνου,να λάβουμε όλοι ενεργά μέρος σε αυτό το κοσμικό παιχνίδι,με όλα τα ρίσκα που προδιαθέτει,εμείς,οι κοσμικοί παίχτες,διάσπαρτοι μέσα σ' ένα απίθανο,παράξενο,απέραντο λούνα-παρκ,όπως τότε που ακόμα δε τα είχαμε ξεχάσει όλα αυτά,τότε που η αγάπη ήταν αθώα και η συνείδηση δεν είχε βάρος,τότε που είμασταν παιδιά..
Ο κόσμος των ιδεών που ταξιδεύει μέσα σε πίνακες,σε βιβλία και πολύπλοκες σκέψεις,αυτή η απόλυτη ανάγκη που μας ωθεί στην αναζήτηση του παράξενου,στον εκκεντρισμό,στην ατόφια ομορφιά,σε αυτό το μαγικό κομμάτι του εαυτού μας που μας υπερβαίνει και δημιουργεί τις τέχνες,τα υπέροχα αριστουργήματα,τις πυρετικές εμπνεύσεις που ταξιδεύουν προς τα ύψη παρασύροντας και την καρδιά,το πνεύμα ελεύθερο πλάθει τον εαυτό του,διηγείται την ιστορία του μέσα σε στίχους,σε μια μελωδία,σε μια κοσμική έκρηξη που μέσα απο τη σκόνη της αναδύεται η κάθε έμπνευση,η ιστορία όλων των πνευμάτων.
Μιλώ για εκείνες τις υπέροχες στιγμές που τα όνειρα φτερουγίζουν κι ανάλαφροι δραπετεύουμε μακριά,συντροφιά με πλάσματα μυθικά και παραμυθένια,αιθέριοι ρεμβαστές,κινδυνευτές και ουρανοβάτες,προς το Άγνωστο με βάρκα την Ελπίδα..

Όλοι κάποτε θα βρεθούμε στο τέρμα αυτού του κόσμου και τότε θα αρχίσει η μεγάλη περιπέτεια για την οποία είμαστε φτιαγμένοι,αυτό το άνοιγμα στο άπειρο που κάποιες φορές στα όνειρα συμβαίνει..







ΨΥΧΕΣ ΟΝΕΙΡΕΜΕΝΕΣ.
Μικρά αγόρια,σκαρφαλωμένα πάνω σε ξύλινα αλογάκια,καλπάσαμε πέρα απ το φώς των παιδικών μας δωματίων,σε χώρες άγνωστες με μάγους και αμίλητους γκουρού και στις απέραντες ερήμους με τα τζίνι,αναζητώντας τις νεράιδες μέσα σε δάση κρυμμένα στην ομίχλη,μακριά στους τόπους αφιλόξενων ιθαγενών που φτιάχνουν με ευλάβεια δαιμονικά τοτέμ και ξόρκια μαγικά,σε αστροφεγγιές και πορφυρά ηλιοβασιλέματα,παρέα με τους καουμπόιδες στοΤέξας και στην άγρια Αριζόνα ανάβωντας φωτιές μέσα στη νύχτα,ελεύθεροι στον άνεμο σαν τα πουλιά,με χίλια όνειρα στις τρύπιες τσέπες και τις καρδιές γεμάτες απο αγάπη..

To dream the impossible dream...


Ήταν μια κρύα,θλιβερή νύχτα,μαζεμένοι όλοι γύρω απο το τζάκι είχαμε σταματήσει να μιλάμε και κοιτούσαμε τις σπίθες απο τα καμμένα ξύλα να εκτοξεύονται καθώς ο άνεμος τρύπωνε ψηλά απο την καμινάδα.
Όλα ήταν όπως πάντα,τα κεριά που τρεμόπαιζαν,τα βιβλία αφημένα εδώ κι εκεί,ποτήρια κρυστάλλινα που λαμπύριζαν στο ημίφως,τα κλαδιά έξω απ το παράθυρο με τα εφιαλτικά σχήματα κι εμείς οι ίδιοι στεκόμασταν όπως κάθε φορά στη μέση του δωματίου πάνω στις περίτεχνες πολυθρόνες με τις σκέψεις να τρέχουν μακριά,πολύ μακριά..
Κάτι έπρεπε να αλλάξει!
Δε μπορούσαμε να μείνουμε για πάντα σε αυτή την κατάσταση,θέλαμε κάτι νέο,απρόβλεπτο,ασύλληπτο!
Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε,να αποδράσουμε απο εδώ,να κινηθούμε προς τα αλλού κι όπου βγεί,έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν είχαμε,κάτι να γίνει για να αλλάξουμε λίγο βρε αδερφέ!
Πήρε ο καθένας μαζί του ότι ήθελε,ένα βιβλίο,μια παλιά φωτογραφία,ένα πολύτιμο μενταγιόν και φύγαμε μέσα στη νύχτα.
Οι δρόμοι ήταν θεοσκότεινοι κι ο αέρας φυσούσε προς όλες τις κατευθύνσεις σχηματίζοντας μικρούς στροβίλους,ψυχή δεν υπήρχε έξω,είμασταν μόνοι μέσα στο σκοτάδι και νιώθαμε σαν να βαδίζουμε σε μια αλλόκοσμη πόλη,μια αόρατη αγωνία ξεχύθηκε στις καρδιές μας,τα σπίτια έδειχναν εγκαταλειμένα απο καιρό,υπήρχε παντού αυτή η άνοστη μυρωδιά της μούχλας,όλα έμοιαζαν νεκρά!
Περάσαμε γρήγορα τις τελευταίες γειτονιές και βγήκαμε σε ένα χωμάτινο μονοπάτι που οδηγούσε προς την εξοχή,πίσω μας αφήναμε μια πόλη φάντασμα,μια πόλη χωρίς φώτα,δίχως ίχνος ζωής,μια απέραντη,ασάλευτη σκιά,αλήθεια πόσο έμοιαζε σαν φυλακή αν την κοιτούσες απο μακριά,μια θεόρατη,μαύρη φυλακή,παραδομένη στη φθορά και την απραξία!
Παγωμένοι συνεχίσαμε τη πορεία μας,τα άστρα τρεμόφεγγαν ψηλά στον ουρανό με μια ανέκφραστη λάμψη,νιώθαμε σαν να μας παρακολουθούν,εμάς,τους δραπέτες της τελευταίας στιγμής που τολμήσαμε να ξεφύγουμε απο εκείνη την βάρβαρη πραγματικότητα της ανούσιας ζωής μας,απο τα στενά κι αποπνηκτικά μας σπίτια!
Σε λίγο ξημέρωσε και τώρα το τοπίο έδειχνε φωτεινό,γεμάτο χρώματα,περπατούσαμε ανάμεσα στα λιβάδια,ο ήλιος ζέσταινε τα κορμιά μας,πουλιά πετούσαν απο δέντρο σε δέντρο,ναί,τα καταφέραμε,όλα θα πάνε καλά σκεφτόμασταν,γιατί όχι;
Διασχίσαμε μια μικρή κοιλάδα κι έπειτα ανεβήκαμε την πλαγιά ενός λόφου για να περάσουμε απο την άλλη πλευρά.
Από την κορυφή διακρίναμε στο βάθος ένα μεγάλο σύννεφο καπνού που είχε σκεπάσει μια ολόκληρη πόλη!
Κατευθυνθήκαμε με μεγάλη αγωνία προς τα εκεί και καθώς πλησιάσαμε πιο κοντά θόρυβοι απο εκρήξεις ακούστηκαν,πυροβολισμοί,κραυγές πανικού,το τοπίο άλλαξε δραματικά!Ξαφνικά ένα μεγάλο αεροπλάνο,τυλιγμένο στις φλόγες πέρασε πάνω απο τα κεφάλια μας και συνετρίβη λίγο πιο πέρα,βολές απο κανόνια και ήχοι απο μηχανές που καταστρέφοταν,πόλεμος,πόλεμος παντού!
Συρθήκαμε μες τα ερείπια προσπαθώντας να γλυτώσουμε,απο τα μεγάφωνα ακουγόταν η ερεβική φωνή ενός άντρα που καλούσε όλους τους ανθρώπους σε αντίσταση,ο πόλεμος με τις μηχανές είχε ξεκινήσει,βρήκαμε κάτι όπλα κι αρχίσαμε να πυροβολούμε τα αυτοκίνητα,τα φορτηγά,τα τρόλευ,τα τρένα,ότι μηχανικό κινείται,δίπλα απ τα συντρίμια του αεροπλάνου ένας ηλικιωμένος φώναζε μέσα απ τις φλόγες ΄΄Η Κιβωτός της Ελπίδας ετοιμάζεται για απογείωση,όσοι πιστοί προσέλθετε,θα φύγουμε μακριά,θα μεταναστεύσουμε σε άλλους πλανήτες,η Κιβωτός της Ελπίδας ετοιμάζεται για απογείωση...΄΄
Βρήκαμε ένα μικρό πέρασμα μέσα σε ένα πάρκο και τρέχοντας βγήκαμε έξω από την πόλη,οι εκρήξεις πίσω μας συνεχίζοταν ασταμάτητα,ο ουρανός είχε γεμίσει με μαύρα και γκρίζα σύννεφα καπνού και παντού υπήρχε η μυρωδιά του καμμένου πετρελαίου,τα ζώα έτρεχαν να κρυφτούν,ένα κοπάδι κοράκια πετούσε κυκλικά πάνω απ τα κατεστραμμένα κτίρια!
Ξαφνικά η γή άρχισε να σείεται κάτω απο τα πόδια μας,τεράστιες εκρήξεις συνέβαιναν στο υπέδαφος,όλο και πιο δυνατά,στον ουρανό σχηματίστηκε ένα μεγάλο ουράνιο τόξο και παντού παράξενες φωταγωγίες!
Έκπληκτοι συνειδητοποιήσαμε τί είχε συμβεί!Το Σύστημα κατέρρεε!Οι παρτιζάνοι της Κούφιας Γής το τινάξαν στον αέρα!Λίγο πιο πέρα μια παρέα παιδιών είχε παρατήσει τα όπλα και χόρευαν όλοι μαζί αγκαλιασμένοι κάτω απο ένα πανέμορφο γαιτανάκι!
Αρχίσαμε να τρέχουμε με όλη μας τη δύναμη,τρέχαμε χωρίς να κοιτάζουμε πίσω,είμασταν ήδη πολύ μακριά απ όλα όσα μας κρατούσαν φυλακισμένους και απαθείς,στο βάθος φάνηκε ένα μακρύ τείχος που έμοιαζε να μην έχει τέλος,τα καταφέραμε λοιπόν,φτάσαμε στην άκρη του κόσμου αυτού,θα πηδήξουμε έξω απ τη μάντρα,ή τώρα ή ποτέ!!
Με όσες δυνάμεις μας απέμειναν φτάσαμε επιτέλους κι αρχίσαμε να σκαρφαλώνουμε,ξέραμε πως πίσω απο εδώ μας περίμενε κάτι νέο,κάτι συναρπαστικό,τίποτα δε μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην ελευθερία μας!
Κοιτάξαμε με δέος τον ορίζοντα απο την κορυφή!
Ένα απαλό ημίφως σαν καλοκαιριάτικο λυκόφως απλωνόταν παντού και πέρα μακριά ένας μεγάλος φάρος φώτιζε ρυθμικά σαν να έκανε σινιάλο,κατεβήκαμε προσεχτικά κι αρχίσαμε να τρέχουμε προς τα εκεί.
΄΄Μα διάβολε τί υπάρχει εκεί έξω;Μήπως είναι παγίδα;΄΄
Κάποιοι κοντοστάθηκαν,άρχισαν να σκέφτονται την παλιά ζωή τους,τις συνήθειές τους,θυμήθηκαν αναμνήσεις απο τα σπίτια τους,δάκρυσαν,έκαναν ένα βήμα διστακτικά προς τα πίσω,έπειτα κι άλλο,κι άλλο,΄΄Μή!΄΄ τους φώναξα,΄΄Μή γυρίζετε πίσω!Τώρα είναι η μεγάλη ευκαιρία!Μή!Μήηη!΄΄.....























Ο αργόσυρτος ήχος απο την πομπίνα του προτζέκτορα αγκαλιάζει το δωμάτιο,το απαλό φώς της χαραυγής γλιστρά ανάμεσα απο τις κουρτίνες,η φωτιά στο τζάκι έχει σβήσει απο ώρα,όλα είναι όπως πάντα,η βιβλιοθήκη μου,οι άτλαντες,τα σκόρπια χειρόγραφα στο γραφείο κι εγώ,για μια ακόμη νύχτα αποκοιμήθηκα πάνω στα βιβλία...
Στον τοίχο προβάλλονται εικόνες απο παλιές εξπρεσιονιστικές ταινίες,ο Τσεζάρε,το αινιγματικό ανδροειδές του Δόκτωρα Καλιγκάρι περπατά με μηχανικές κινήσεις,ο Τζάκ στο κουτί που γνωρίζει μόνο τη δική του πραγματικότητα,η Theda Bara σε κοιτά με βλέμμα που υπνωτίζει,ο Μπέλα Λουγκόσι ανοίγει την μπέρτα του έτοιμος να σου πιεί το αίμα,ο Τσάρλι Τσάπλιν χορεύει μαεστρικά στριφογυρνώντας το καπέλο του,ασπρόμαυρα τοπία με νορβηγικά φιόρδ,λιοντάρια με πύρινα μάτια,τυλιγμένα κορμιά γυναικών που γεύονται τον λεσβιακό έρωτα,μάγοι με αλλόκοτα κοστούμια,θεόρατα γερμανικά ζέπελιν,παράξενες φωτογραφίες απο τις ερήμους της Αφρικής και της Αυστραλίας,ένα αερόστατο ταξιδεύει αργά προς τη Σελήνη...
Είμαι ένας εκκεντρικός ερημίτης,ένας ρομαντικός εραστής των παλιών καλών καιρών,τότε που άξιζε να περάσεις μια νύχτα σ΄ένα θερινό σινεμά,κάτω απ τα αστέρια ή κάτω απο ένα μπαλκόνι με μια κιθάρα και τραγούδια για την αγαπημένη ή ξενυχτώντας μ΄έναν φίλο σε ένα τρελούτσικο καμπαρέ...
Απο μικρός ήθελα να γίνω εξερευνητής,να ταξιδεύω σε κάθε γωνιά της γής,να τρυπώνω σε παμπάλαιους ναούς και μυστήριες καταπακτές,να αποκρυπτογραφώ τα αρχαία ιερογλυφικά, να καταγράφω τα πάντα σε ημερολόγια,να χω πολλούς χάρτες,πυξίδες,αστρολάβους κι ένα καφετί μονοκυάλι...
Έκανα λάθος όμως τελικά!
Χρονοταξιδιώτης έπρεπε να γίνω,να βρώ ένα τρόπο να ταξιδέψω σε άλλες εποχές,στην Αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο,στην Τουαχανάκο,λαμπερή,γεμάτη γιορτές και τραγούδια,στις αυλές της Ρώμης και στο Κολοσσαίο,στο Παρίσι μαζί με τους ντανταιστές αλλά και ακόμα παραπέρα,στις χώρες που διηγούνται τα παραμύθια,στους τόπους πέρα απο κάθε φαντασία,στις παράξενες χώρες που επισκέφθηκε ο Γκιούλιβερ,να σταθώ στην πρύμνη του Πίκουοντ μαζί με τον Καπετάν Αχαάβ(πού θα πάει θα τον πιάσουμε τον Μόμπυ Ντίκ),νύχτα στην έρημο με τον Ελ Λώρενς(πόσο μας γοήτευε το ολόγιομο φεγγάρι),σε εξοχές ερημικές πολεμώντας με τον Δόν Κιχώτη τους γίγαντες ανεμόμυλους,σε εκείνες τις χώρες και σε εκείνες τις στιγμές που όλα μοιάζουν μ΄ένα υπέροχο,απερίγραπτο όνειρο!!
Κάτι νύχτες σαν κι αυτή θυμάμαι τον παιδικό μου φίλο τον Αλέξανδρο,ώρες ατέλειωτες κρυφοκοιτάγαμε το Σύμπαν με το μικρό μας τηλεσκόπιο και ακούγαμε με δέος στα βραχέα τα παράξενα μυνήματα που ερχότανε απο μακριά μέσα στη νύχτα.Θέλαμε λέει να χαθούμε στις αχανείς εκτάσεις της Μογγολίας,να καλπάζουμε με μαύρα άλογα,μεταμφιεσμένοι σε άγριους πολεμιστές ή να αράξουμε σε κάποια απόμακρη ακτή του Πουέρτο Ρίκο,με μπόλικες μποτίλιες ρούμι και καπνό απο την Κούβα,μεθυσμένοι κάτω απ την πανσέληνο μαζί με τα φαντάσματα των πειρατών και αγέρα πελαγίσιο!
Υπάρχει ένα παλιό κι αγαπημένο τραγούδι που απο τότε το ακούγαμε μαζί με τον Αλέξανδρο,εκείνες τις αθώες νύχτες ατενίζοντας δακρυσμένοι τα πανάρχαια άστρα.
Οι στίχοι του μου δίνουν παρηγοριά κι ελπίδα μέσα στη σιωπή της χαραυγής...


΄΄To dream the impossible dream
To fight the unbeatable foe
To bear with unbearable sorrow
To run where the brave dare not go
This is my quest
To follow that star
No matter how hopeless
No matter how far΄΄


To dream,the impossible dream...

Τρείς του Γενάρη.


Η τελευταία σταγόνα στην κλεψύδρα.
Οι θαμπές εικόνες της χαραυγής.
Η αντανάκλαση της φωτιάς μες το ακίνητο μάτι ενός βαλσαμωμένου κορμοράνου.
Μια μαρμάρινη βεράντα με θέα,που κάποτε φιλοξένησε τη Σαπφώ.
Η σιωπή της ερήμου που γοήτευσε τον Λώρενς της Αραβίας.
Ο παγωμένος τάφος του Σκότ στην καρδιά της αφιλόξενης Ανταρκτικής.
Τα ντιτζερίντου και οι σαμάνοι της Αυστραλίας.
Η Γραφή του θεού αποτυπωμένη πάνω στα κομψά στίγματα μιας λεοπάρδαλης.
Τα παιδικά χρόνια του Έκτορα στις αυλές της Τροίας.
Η σκιά ενός μοναχικού καβαλάρη που χάνεται μακριά στον ορίζοντα.
Το φεγγάρι,απόψε το βράδυ..